σαλιάρης

(προωθήθηκε από σαλιάρικο)
Μεταφράσεις

σαλιάρης

(sa'ʎaris) αρσενικό

σαλιάρα

(sa'ʎara) θηλυκό

σαλιάρικο

bavard, baveur, radoteur (sa'ʎariko) ουδέτερο
επίθετο
που του τρέχουν τα σάλια σαλιάρικο σκυλί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close