σαλτάρω

Μεταφράσεις

σαλτάρω

(sal'taro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα) οικείο
1. πηδάω ψηλά Σάλταρε στο ποδήλατο κι εξαφανίστηκε. σαλτάρω απ' το παράθυρο
2. οικείο τρελαίνομαι Έχει σαλτάρει από τότε που χώρισε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close