σαμάρι

Μεταφράσεις

σαμάρι

selle (sa'mari)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το ειδικό κάθισμα του καβαλάρη Ο γάιδαρος φοράει σαμάρι.
2. μεταφορικά εμπόδιο στο δρόμο που υποχρεώνει σε αργή οδήγηση Πήγαινε αργά, έχει σαμάρια ο δρόμος!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close