σαματάς

Μεταφράσεις

σαματάς

bruitşamatadin, racket (sama'tas)
ουσιαστικό αρσενικό
1. μεγάλη φασαρία Αυτό το μηχάνημα κάνει ανυπόφορο σαματά.
2. μεταφορικά οι έντονες αντιδράσεις γύρω από ένα θέμα Ο λόγος του προκάλεσε σαματά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close