σαμποτάρω

Μεταφράσεις

σαμποτάρω

sabotageيُخَرِّبُsabotovatsaboteresabotierensabotearsabotoidasabotersabotiratisabotare故意に破壊する방해 행위를 하다saboterensaboteredokonać sabotażusabotarсаботироватьsaboteraก่อวินาศกรรมsabote etmekphá hoại破坏 (sabo'taro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βάζω εμπόδια στο έργο κάποιου σαμποτάρω τις προσπάθειες κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close