σαμπό

Μεταφράσεις

σαμπό

(sa'bo)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
ξύλινα παπούτσια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close