σαπίλα

Μεταφράσεις

σαπίλα

(sa'pila)
ουσιαστικό θηλυκό οικείο
η μυρωδιά από κτ που έχει σαπίσει μυρίζει σαπίλα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close