σαράβαλο

Μεταφράσεις

σαράβαλο

chignole, guimbarde, tacot (sa'ravalo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. ξεχαρβαλωμένο παλιό αυτοκίνητο Το αυτοκίνητό μου είναι σαράβαλο. Το πλυντήριό μου έγινε σαράβαλο.
2. οικείο σε πολύ κακή κατάσταση Γύρισα σαράβαλο από το ταξίδι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close