σαράκι

Μεταφράσεις

σαράκι

woodworm (sa'raci)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. σκουλήκι που τρώει το ξύλο Το τραπέζι μας το έφαγε το σαράκι.
2. μεταφορικά πολύ μεγάλη έννοια Με τρώει το σαράκι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close