σαρκάζω

Μεταφράσεις

σαρκάζω

mock (sar'kazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ειρωνεύομαι σαρκάζω κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close