σαστισμένος

(προωθήθηκε από σαστισμένο)
Μεταφράσεις

σαστισμένος

(sasti'zmenos) αρσενικό

σαστισμένη

(sasti'zmeni) θηλυκό

σαστισμένο

perplexed (sasti'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
που βρίσκεται σε σύγχυση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close