σατιρικός

(προωθήθηκε από σατιρικό)
Μεταφράσεις

σατιρικός

(satiri'kos) αρσενικό

σατιρική

(satiri'ci) θηλυκό

σατιρικό

satirique (satiri'ko) ουδέτερο
επίθετο
που διακωμωδεί μια κατάσταση σατιρικό έργο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close