σβέλτος

(προωθήθηκε από σβέλτο)
Μεταφράσεις

σβέλτος

('zveltos) αρσενικό

σβέλτη

('zvelti) θηλυκό

σβέλτο

agile, deft ('zvelto) ουδέτερο
επίθετο
ευκίνητος, γρήγορος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close