σβήνω

Μεταφράσεις

σβήνω

('zvino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. εξαλείφω σβήνω τη φωτιά Σβήνω μια εικόνα από το μυαλό μου.
2. κλείνω σβήνω το φως
3. διαγράφω σβήνω μια λέξη
4. καθαρίζω σβήνω τον πίνακα σβήνω ίχνη

σβήνω

erase, extinguish, turn off, blow out, quench, switch offéteindre, effacer, gommerيَقْطَعُ التَّيَّارَ, يـَمْحُوvymazat, vypnoutslukke, udviskeausradieren, ausschaltenapagar, borrarkytkeä pois päältä, pyyhkiä poisbrisati, isključiticancellare, spegnere切る, 消す끄다, 지우다uitschakelen, wissenslå av, viske utwyłączyć, wymazaćapagar, desligarвыключать, стиратьradera, stänga avปิดไฟ, ปิดสวิตช์, ลบออกkapatmak, silmektắt, tẩy xóa关电源, 抹去
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
πεθαίνω Έσβησε ήσυχα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close