σβόλος

Μεταφράσεις

σβόλος

('zvolos)
ουσιαστικό αρσενικό
μπαλάκι από υλικό που πλάθεται Μ' αρέσει να σπάω με τα δάχτυλα σβόλους από χώμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close