σεζόν

Μεταφράσεις

σεζόν

saisonsezonсезонالموسمсезонsæsonstagionetemporadasäsongseizoenシーズンהעונהseasontemporadaSaison (se'zon)
ουσιαστικό θηλυκό άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
η περίοδος Η τουριστική σεζόν αρχίζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close