σεισμόπληκτος

(προωθήθηκε από σεισμόπληκτο)
Μεταφράσεις

σεισμόπληκτος

(si'zmopliktos) αρσενικό

σεισμόπληκτη

(si'zmoplikti) θηλυκό

σεισμόπληκτο

(si'zmoplikto) ουδέτερο
επίθετο
θύμα σεισμού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close