σεξουαλικός

(προωθήθηκε από σεξουαλική)
Μεταφράσεις

σεξουαλικός

(seksuali'kos) αρσενικό

σεξουαλική

(seksuali'ci) θηλυκό

σεξουαλικό

sexual, جِنْسِيّseksasexuelsexualsexuálníseksuelsexuellsexual, sexoseksuaalinenseksualansessuale性的な성적인seksueelseksuellseksualnysexual, sexoсексуальныйsexuellเกี่ยวกับเพศcinselliên quan đến giới tính性欲的, 性别Секс性別 (seksuali'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που προκαλεί ερωτική διέγερση σεξουαλικό φόρεμα
2. ερωτικός η σεξουαλική ζωή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close