σερβίρω

Μεταφράσεις

σερβίρω

(ser'viro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προσφέρω σερβίρω κρασίγλυκό
2. εξυπηρετώ σερβίρω πελάτη
3. μεταφορικά κάνω κπ να πιστέψει κτ απίθανο σερβίρω ψέματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close