σεσημασμένος

(προωθήθηκε από σεσημασμέννη)
Μεταφράσεις

σεσημασμένος

(sesima'zmenos) αρσενικό

σεσημασμέννη

(sesima'zmeni) θηλυκό

σεσημασμέννο

connu (sesima'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
γνωστός για τις παρανομίες του σεσημασμένος εγκληματίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close