σηκωτός

Μεταφράσεις

σηκωτός

(siko'tos) αρσενικό

σηκωτή

(siko'ti) θηλυκό

σηκωτό

(siko'to) ουδέτερο
επίθετο
τον μεταφέρω με το ζόρι ή αναγκαστικά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close