σηκώνω

Μεταφράσεις

σηκώνω

raise, lift, shrug, elevate, pick uphausser, lever, relever, souleverيُعْلي, يَلْتَقِطzvednouthæve, samle opaufheben, hochhebenalzar, recogernostaa, nostaa ylöspodići, podignutialzare, raccogliere上げる, 持ち上げる올리다, 집어 올리다oppakken, verhogenheve, plukke opppodnieśćapanhar, elevarподниматьplocka upp, resaยกขึ้นyerden almak, yukarı kaldırmaknâng lên捡起, 提升 (si'kono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ανεβάζω για να κρατήσω πάνω μου σηκώνω βάρη σηκώνω ένα παιδί
2. ανεβάζω πιο ψηλά σηκώνω το χέρι σηκώνω το κεφάλι σηκώνω το διακόπτη
3. κάνω κπ να αφήσει τη θέση του σηκώνω κπ από τη θέση του
4. ξεστρώνω σηκώνω το τραπέζιτα χαλιά
5. ανέχομαι Δε σηκώνω προσβολές.
6. κάνω ανάληψη σηκώνω λεφτά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close