σημαδιακός

(προωθήθηκε από σημαδιακό)
Μεταφράσεις

σημαδιακός

(simaðja'kos) αρσενικό

σημαδιακή

(simaðja'ci) θηλυκό

σημαδιακό

(simaðja'ko) ουδέτερο
επίθετο
που καθορίζει την εξέλιξη των πραγμάτων σημαδιακά λόγια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close