σημερινός

Μεταφράσεις

σημερινός

(simeri'nos) αρσενικό

σημερινή

(simeri'ni) θηλυκό

σημερινό

d'aujourd'huiсегодняшний (simeri'no) ουδέτερο
επίθετο
1. που γίνεται σήμερα τα σημερινά νέα
2. τωρινός, σύγχρονος η σημερινή κατάσταση η σημερινή εποχή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close