σιγοκλαίω

Μεταφράσεις

σιγοκλαίω

(siɣo'kleo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κλαίω χωρίς να κάνω θόρυβο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close