σιταρένιος

(προωθήθηκε από σιταρένιο)
Μεταφράσεις

σ (ι) ταρένιος

( sita'reɲos) αρσενικό

σιταρένια

(sita'reɲa) θηλυκό

σιταρένιο

(sita'reɲo) ουδέτερο
επίθετο
που είναι από σιτάρι σταρένιο ψωμί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close