σιχαίνομαι

Μεταφράσεις

σιχαίνομαι

abhor, detest, loathe (si'çenome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
βρίσκω κτ αηδιαστικό, αποκρουστικό Σιχαίνομαι τα σκουλήκια. Σιχάθηκα τα ψέματά σου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close