σιχαμερός

(προωθήθηκε από σιχαμερό)
Μεταφράσεις

σιχαμερός

(sixame'ros) αρσενικό

σιχαμερή

(sixame'ri) θηλυκό

σιχαμερό

مُنَفِّرodpornýfrastødendeabstoßendrepulsiverepulsivoinhottavarepoussantodbojanripugnanteむかつくような혐오감을 일으키는afstotendmotbydeligodrażającyrepugnanteомерзительныйavskyvärdน่าขยะแขยงiğrençghê tởm令人憎恶的 (sixame'ro) ουδέτερο
επίθετο
που προκαλεί απέχθεια, αηδία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close