σιωπηλός

(προωθήθηκε από σιωπηλή)
Μεταφράσεις

σιωπηλός

(sçopi'los) αρσενικό

σιωπηλή

(sçopi'li) θηλυκό

σιωπηλό

silent, taciturn, quietsilencieuxصَامِتtichýstillestillsilenciosohiljainentihsilenzioso寡黙な조용한stilstillecichysilenciosoбезмолвныйtystเงียบsessizim lặng沉默的, 沉默沉默 (sçopi'lo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δε μιλάει μένω σιωπηλός
2. ήσυχος σιωπηλό κτίριο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close