σκάβω

Μεταφράσεις

σκάβω

dig, burrow, excavateيَحْفِرُkopatgravegrabencavarkaivaacreuserkopatiscavare掘る(...을) 파다gravengravekopnąćcavarкопатьgrävaขุดkazmakđào ('skavo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. σκαλίζω σκάβω τον κήπο
2. ανοίγω λάκκο στο χώμα σκάβω για να βρω κτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close