σκάσιμο

Μεταφράσεις

σκάσιμο

('skasimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να σκάει κτ σκάσιμο μπαλονιού
2. το να σκάει το δέρμα το σκάσιμο των χειλιών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close