σκέλος

Μεταφράσεις

σκέλος

leg, part ('scelos)
ουσιαστικό ουδέτερο
το μέρος από σύνολο το πρώτο σκέλος ενός προβλήματος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close