σκέπασμα

Μεταφράσεις

σκέπασμα

lidغطاءdekseltapakansiкапакふた ('scepazma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το αντικείμενο με το οποίο σκεπάζουμε κτ ή κπ το σκέπασμα της κατσαρόλας
2. κουβέρτα το σκέπασμα του κρεβατιού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close