σκίζομαι

Μεταφράσεις

σκίζομαι


ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. γίνομαι κομμάτια από φθορά Αυτό το ύφασμα σκίζεται εύκολα.
2. οικείο κάνω ό,τι μπορώ καλύτερο για κτ Σκίστηκε για μας.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close