σκίζω

Μεταφράσεις

σκίζω

('scizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κόβω σε μικρά κομμάτια σκίζω χαρτιά
2. αποσπώ σκίζω σελίδα
3. γδέρνω σκίζω το γόνατό μου

σκίζω

rip, tearيـُمَزِّقُpárat (se), trhatflænge, rive i stykkerzerreißenrasgar, RIPrepiädéchirerpoderatistrappare引き裂く, 破る(물건을) 잡아 찢다, 찢다scheurenrivepodrzeć się, rozrywaćrasgarрватьrivaฉีกyırtmaklàm rách, xé toạc,
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
νικάω θριαμβευτικά Έσκισε η ομάδα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close