σκαλώνω

Μεταφράσεις

σκαλώνω

(ska'lono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πιάνομαι Σκάλωσε το φόρεμά μου στ' αγκάθια.
2. μεταφορικά σκοντάφτω, εμποδίζομαι Η υπόθεση έχει σκαλώσει εδώ και καιρό.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close