σκαρφαλώνω

Μεταφράσεις

σκαρφαλώνω

climb, clamber, scramblegrimper, escaladerкарабкаться, взбиратьсяيَتَسَلَّقُšplhatklatre op adkletternescalarkiivetäpenjati sescalare登る기어오르다klimmenklatrewspiąć sięescalarklättraปีนtırmanmakleo攀登 (skarfa'lono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ανεβαίνω σε (σχεδόν) κάθετη επιφάνεια σκαρφαλώνω στο δέντρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close