σκεβρός

(προωθήθηκε από σκεβρή)
Μεταφράσεις

σκεβρός

(sce'vros) αρσενικό

σκεβρή

(sce'vri) θηλυκό

σκεβρό

(sce'vro) ουδέτερο
επίθετο
που έχει σκεβρώσει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close