σκεβρώνω

Μεταφράσεις

σκεβρώνω

(sce'vrono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
(για ξύλο) μαζεύω, κυρτώνω Το ξύλο της πόρτας σκέβρωσε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close