σκεύος

Μεταφράσεις

σκεύος

utensil, appliance, implement, vesselUtensilustensileutensilio ('scevos)
ουσιαστικό ουδέτερο
χρήσιμο αντικείμενο, συνήθως δοχείο τα σκεύη της κουζίνας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close