σκι

Μεταφράσεις

σκι

ski, skiingesqui, esquískisciتَزَلُّج, مُزَحْلِقlyže, lyžováníski, skiløbSki, Skifahrenhiihto, suksiskijanje, skijeスキー스키, 스키 타기ski, skiënski, skisportnarciarstwo, nartaesqui, esquíкатание на лыжах, лыжиskida, skidåkningแคร่เลื่อนยาวติดกับรองเท้าใช้เล่นหิมะ, การเล่นสกีkayak, kayma sporumôn trượt tuyết, ván trượt tuyết滑雪橇, 滑雪运动, 滑雪Ски滑雪סקי (sci)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
1. άθλημα με ειδικά πέδιλα στο χιόνι To σκι είναι χειμωνιάτικο σπορ.
2. άθλημα με ειδικά πέδιλα στο νερό Το καλοκαίρι κάνω θαλάσσιο σκι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close