σκιερός

(προωθήθηκε από σκιερή)
Μεταφράσεις

σκιερός

(scie'ros) αρσενικό

σκιερή

(scie'ri) θηλυκό

σκιερό

shady (scie'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. που δημιουργεί σκιά σκιερό δέντρο
2. που βρίσκεται στη σκιά σκιερή γωνιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close