σκιρτάω

(προωθήθηκε από σκιρτώ)
Μεταφράσεις

σκιρτάω

(scir'tao)

σκιρτώ

(scir'to)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ταράζομαι Η καρδιά του σκίρτησε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close