σκοντάφτω

Μεταφράσεις

σκοντάφτω

stumble, trip (sko'ndafto)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πέφτω σε εμπόδιο και παραπατάω σκοντάφτω πάνω σε σκαλί
2. μεταφορικά κολλάω Η υπόθεση σκόνταψε στην ασυνεννοησία.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close