σκοπεύω

Μεταφράσεις

σκοπεύω

aim, intend (sko'pevo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. σχεδιάζω, λογαριάζω Σκοπεύω να της μιλήσω.
2. σημαδεύω σκοπεύω με το όπλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close