σκορπάω

(προωθήθηκε από σκορπώ)
Μεταφράσεις

σκορπάω

(skor'pao)

σκορπώ

(skor'po)

σκορπίζω

(skor'pizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. απλώνω από δω κι από κει σκορπάω τα πράγματά μου
2. διαχέω σκορπίζω μυρωδιές
3. σπαταλάω σκορπάω τα χρήματά μου

σκορπάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
διαλύομαι, χάνομαι Οι φίλοι σκόρπισαν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close