σκοτεινιάζω

Μεταφράσεις

σκοτεινιάζω

(skoti'ɲazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. χάνεται το φως Ξαφνικά το δωμάτιο σκοτείνιασε.
2. βραδιάζει Σκοτεινιάζει νωρίς το χειμώνα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close