σκουπίζω

Μεταφράσεις

σκουπίζω

sweep, wipe, wipe upbalaibalayer, essuyerيَكْنُسُ, يَـمْسَحُutřít, zaméstfeje, tørre opaufwischen, fegenbarrer, limpiar, secarlakaista, pyyhkiämesti, obrisatiasciugare, spazzare掃く, 皿拭きをする닦다, 쓸다opvegen, vegenfeie, tørke opprozciągnąć się, wytrzećenxugar, varrerмести, подтиратьsopa, torka uppเช็ดให้สะอาด, กวาดsilip temizlemek, süpürmeklau sạch, quét, 擦干净 (sku'pizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. καθαρίζω με τη σκούπα σκουπίζω το πάτωμα
2. στεγνώνω με ύφασμα σκουπίζω τα πιάτα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close