σκουπιδιάρικο

Μεταφράσεις

σκουπιδιάρικο

(skupe'ðjariko)
ουσιαστικό ουδέτερο
το όχημα με το οποίο συλλέγονται τα σκουπίδια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close