σκόρπιος

(προωθήθηκε από σκόρπια)
Μεταφράσεις

σκόρπιος

('skorpços) αρσενικό

σκόρπια

('skorpça) θηλυκό

σκόρπιο

scatteredéparpillé, épars ('skorpço) ουδέτερο
επίθετο
1. πεταμένος από δω κι από κει σκόρπια ρούχα
2. διαλυμμένος σκόρπιο πλήθος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close